ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΝΙΑΝ ΣΟΥ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΟΝ

Την διακονίαν σου πληροφόρησον.........(Τιμ.β,4)
Σας ευχαριστούμε που επισκεφθήκατε την ιστοσελίδα του Ναού μας και σας ευχόμαστε καλή πλοήγηση

20 Μαρτίου 2012

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΩΣ ΤΟ 1821 ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Η πορεία του Γένους ως το 1821 και η Εκκλησία

του Αθανασίου Ε. Καραθανάση
Καθηγητή του Α.Π.Θ.
Άρθρο – απάντηση του Καθηγητή & μέλους
του Συνδέσμου Θεολόγων Μακεδονίας Θράκης
κ. Αθ. Καραθανάση για το “1821″ του “ΣΚΑΪ”


Α.

                             Τον τελευταίο καιρό με αφορμή τηλεοπτική παραγωγή άρχισε μία συζήτηση για την Επανάσταση του 1821, όπου διατυπώθηκαν ορισμένες απόψεις από ιστορικούς, που κατά το μάλλον και ήττον, ασχολούνται, λίαν επιτυχώς ή και άριστα με άλλες περιόδους της νεοελληνικής ιστορίας, και συνεπώς, αναρμόδιους να ασχοληθούν με τα γεγονότα που επιχείρησαν να εξιστορήσουν, να ερμηνεύσουν ή και να σχολιάσουν. Αλλά τα γεγονότα του 1821 δεν αποτελούν μία μετέωρη στιγμή μες την Ιστορία, συνεπώς η ερμηνεία τους απαιτεί γνώση βάθους τουλάχιστον πέντε – έξη αιώνων, ως δηλ. τους βυζαντινούς χρόνους. Δεν θα επιχειρήσουμε ανασκευή ή σχολιασμό ερμηνειών ή των παρεμβάσεών τους. Θα επιχειρήσουμε όσα σοφοί Δάσκαλοι παλαιότερα (Κ. Παπαρηγόπουλος, Σπ. Ζαμπέλιος), αλλά και σχετικώς νεώτεροι (Ιω. Βογιατζίδης, Απ. Βακαλόπουλος, Ν. Σβορώνος) έγραψαν και δίδαξαν, αλλά και όσα προκύπτουν από πηγές της εποχής αναφερόμενες στα θέματα (απομνημονεύματα, κείμενα, αλληλογραφία, ξένοι περιηγητές κλπ.). Και πρώτα το όνομα Έλλην και Ρωμαίος. Το Έλλην δεν χρησιμοποιείται με την επικράτηση του Χριστιανισμού, καθώς αυτό ταυτίζεται με το ειδωλολάτρης, και αντικαθίσταται με το Ρωμαίος, πολίτης δηλ. του νέου κράτους της Ανατολής, του Βυζαντίου, που συνεχίζει στην ΚΠολη το παρηκμασμένο δυτικό. Το Έλλην επανεμφανίζεται το 1204 με την Δ΄ Φράγκικη Σταυροφορία, οπότε οι υπόδουλοι Έλληνες προβάλλουν την αρχαιοελληνική καταγωγή τους και την παντοιοτρόπη πνευματική υπεροχή τους απέναντι στην δυτική βαρβαρότητα των κατακτητών Σταυροφόρων, για να επανεμφανισθεί και πάλιν το 1261, μετά δηλ. την εκδίωξη των Φράγκων από πολλά ελληνικά εδάφη, χωρίς όμως, να χαθεί το όνομα Έλλην, το οποίο θα επανεμφανισθεί δυναμικά λίγο πριν την Άλωση και μετά από αυτήν, όταν λόγιοι και απλός λαός χρησιμοποιούν και τα δύο ονόματα, Ρωμηός και Έλληνας, μιλούν και γράφουν για το ελληνικό γένος που θα αναστηθεί. Επιστρέφουν, έτσι, στα ερείσματα του ελληνικού έθνους και αναδεικνύουν ενσυνείδητα το σχήμα Αρχαιότητα – Βυζάντιο – Νέος Ελληνισμός. Και οι Έλληνες απόδημοι στην Ευρώπη συγκροτούν κοινότητες ελληνικές, τις nazione greca. Κατά συνέπειαν, το ελληνικό έθνος αποκτά την νεοελληνική ταυτότητά του ήδη από το 1204, που είναι και η συμβατική αφετηρία του Νέου Ελληνισμού, είτε με το Ρωμηός είτε με το Έλληνας, αλλά και μαζί η Μεγάλη Ιδέα, που είναι η άγραφη παράδοση του Νέου Ελληνισμού, και που πνίγεται τον Αύγουστο του 1922 στο λιμάνι της Σμύρνης. Και μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους (1830) στις αλύτρωτες χώρες του Ελληνισμού (Μ. Ασία, Πόντος, Ανατ. Ρωμυλία, Καππαδοκία) οι πολίτες του αυτοπροσδιορίζονταν ως το 1922, αλλά και μετά τον ερχομό τους στην Ελλάδα ως Ρωμηοί και δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς ότι η πρώτη προσφυγική γενιά του ’22 το Ρωμηός – Ρωμηοσύνη χρησιμοποιούσε, ώσπου η δεύτερη και Τρίτη γενιά σταδιακώς άρχισε να χρησιμοποιεί το Έλληνας – Ελλάς, που προσδιορίζει την μικρή Ελλάδα έναντι της απέναντι Ρωμηοσύνης της Βυζαντινής Οικουμένης.

                         Η Επανάσταση του 1821 ήταν ενέργημα όλου του ελληνικού λαού, κίνημα εθνικοαπελευθερωτικό. Δεν μπορούσε άλλο ο ελληνικός λαός να υποφέρει την κτηνωδία ενός τυραννικού ζυγού, τους εξευτελισμούς της προσωπικής και οικογενειακής ζωής που έθιγαν την παραδοσιακή ηθική των Ελλήνων, τις αγγαρείες, την φορολογία, τον υποσιτισμό, το άρπαγμα των παιδιών του που τα έκλειναν στα χαρέμια, την αβάστακτη πτώχεια, τους εξισλαμισμούς, την πλήρη καταπίεση, την κατάλυση κάθε έννοιας τιμής και αξιοπρέπειας. Όλα τούτα και άλλα και άλλα και κυρίως η απελπισία, που πρόσεξε και ο Διονύσιος Σολωμός «το ένα χέρι χτύπαε τ’ άλλο απ’ την απελπισιά» και αναφέρει στον εθνικό ύμνο, οδήγησαν στην εξέγερση. Αυτήν την απελπισία βρίσκουμε στους αγωνιστές και στον απλό λαό, που τους όπλισε με ψυχική δύναμη και καρτερία ως το τέλος του Αγώνα. Ποιος μπορεί να διανοηθεί, και να γράψει και να πει ότι ο βίος των Ελλήνων ήταν ιδανικός κατά την τουρκική κατάκτηση, όταν το 1821 ήταν το τέλος μιας διαρκούς αντιστάσεως του λαού μας κατά των Τούρκων; μία επανάσταση «εν ενεργεία» καθ’ όλη την Τουρκοκρατία, όπως σημείωσε ο ιστορικός του Αγώνα Ιωάννης Φιλήμων. Ήσαν οι αρματολοί και κλέφτες που, μολονότι ενίοτε συνθηκολογούσαν με τους Τούρκους, συνειδητοποίησαν την ευθύνη απέναντι στον λαό, αυτόν που δυνάμωσε την θέληση του λαού για τον αγώνα, τονώνοντας την εθνική φιλοτιμία. Δίκαια η λαϊκή συνείδηση εξύμνησε τους κλεφταρματολούς με τα κλέφτικα τραγούδια που έγιναν ύμνοι προς την ελευθερία. Τους αιώνες της σκλαβιάς την ελπίδα και την πίστη για την ελευθερία συντηρούσαν θρύλοι, παραδόσεις και προφητείες, που είχαν τις ρίζες τους στο Βυζάντιο και συγκινούσαν την ψυχή του αγράμματου λαού για την εθνική αποκατάστασή του, διαμορφώνοντας την Μεγάλη Ιδέα, που είχε αρχίσει ήδη από το 1204 με την Δ΄ Φράγκικη Σταυροφορία. Όλες τούτες οι λαϊκές παραδόσεις, οι δοξασίες, οι προφητείες δημιουργήματα ιστορικής πίστης, μνήμης και ονείρων αναχωνεύθηκαν και στην συνείδηση των λογίων από τα μέσα ήδη του 18ου αι. συγκροτώντας ένα εθνικό πρόγραμμα μαζί και πηγή ελπίδων για την αποκατάστασή του και στέρεη πεποίθησή του ότι η σκλαβιά είναι παροδική. Στην διαμόρφωση της συνειδήσεως για την αποτίναξη του ζυγού σημαντικός ήταν ο ρόλος των λογίων (Ρήγας Βελεστινλής, Κοραής) αλλά και άλλων (Γαζής, Κωνσταντάς, Βενιαμίν ο Λέσβιος και άλλων πολλών) που μετέφεραν στην μέσα Ελλάδα τις αρχές της Γαλλικής Επαναστάσεως για τα φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου. Μαζί και ο ρόλος των σχολείων που σιγά – σιγά πληθύνονταν στον ελληνικό χώρο προετοιμάζοντας τους Έλληνες ψυχολογικά για την ώρα του Ξεσηκωμού. Κοντά σ’ αυτούς τους παράγοντες συγκαταριθμείται και η αστική τάξη δημιουργημένη από τις ανακατατάξεις που προβάλλουν στον ευρωπαϊκό χώρο καταργώντας την φεουδαρχία. Η αστική τάξη συγκροτήθηκε στο εξωτερικό από πλούσιους εμπόρους, ναυτικούς, από την μορφωμένη τάξη υπαλλήλων που μετέφεραν στην τουρκοπατημένη πατρίδα τους την ανάγκη για την αποτίναξη του ξενικού ζυγού ανυψώνοντας με την ποικιλότροπη οικονομική βοήθειά τους το βιοτικό αλλά και το πνευματικό επίπεδο των υποδούλων, με τις εκδόσεις κλασσικών Ελλήνων και έργων ξένων συγγραφέων, που έδειχναν τον ελεύθερο τρόπο ζωής των Ευρωπαίων, αλλά και προβάλλοντας το αίσθημα για την δημιουργία εθνικού κράτους. Αυτοί οι αστοί και μικροαστοί, απόδημοι με την έκρηξη της Επαναστάσεως την συνέδραμαν με όπλα, πολεμοφόδια, οικονομική βοήθεια για τις ανάγκες του Αγώνα. Κατά συνέπειαν, ο αγώνας των Ελλήνων ήταν εθνικοαπελευθερωτικός, στον οποίο μετείχαν όλοι οι Έλληνες. Ο αγώνας αυτός προετοιμάστηκε και ξεκίνησε από τους Έλληνες του εξωτερικού με συντονιστή την Φιλική Εταιρεία, αλλά υλοποιήθηκε στον ένοπλο αγώνα από όλες τις δυνάμεις του Έθνους και κυρίως τον στρατευμένο λαό, τους βιοτέχνες, τους γεωργούς, τους βοσκούς, τους ναυτικούς, που συνιστούσαν και την συντριπτική πλειονοψηφία του μάχιμου τμήματος του επαναστατημένου λαού.

                               Η Εκκλησία. Πρώτος πατριάρχης του δουλεύοντος Γένους καθίσταται ο Γεννάδιος Σχολάριος Κουρτέσης (1398/1405 – 1472), που διακρινόταν για την παιδεία του, και την σωφροσύνη του, και τον ανθενωτικό πνεύμα του έναντι των Δυτικών, την προσωπικότητά του και την θρησκευτικότητά του που ενέπνεε εμπιστοσύνη στον ταλαιπωρημένο και απελπισμένο ψυχικά λαό. Οι ιστορικοί της Αλώσεως, Κριτόβουλος και Φραντζής γράφουν για την εκλογή του στον Οικουμενικό θρόνο από τον Μεχμέτ Β΄ τον Πορθητή και τα προνόμια το απαραβίαστο, το αφορολόγητο, το αδιάσειστο που δόθηκαν σ’ αυτόν και τους αρχιερείς του. Και δεν το έπραξε αυτό ο Μεχμέτ Β΄ από ευσπλαχνία, αλλά κινούμενος από το Κοράνι που δίδασκε την ανεκτικότητα απέναντι στου λαούς της Βίβλου (Χριστιανούς και Εβραίους), την ίδια την πολιτική του να συμπεριφέρεται ευμενώς απέναντι στους κατακτημένους ακόμη και αν του αντιστάθηκαν. Γνώριζε, ακόμη, ο Μεχμέτ Β΄ την επιρροή που η Εκκλησία ασκούσε στους Χριστιανούς. Ο Πατριάρχης καθίσταται από τότε ο μιλλέτ μπασή, ο Εθνάρχης, ο θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης, αφού είναι πλέον, ο προστάτης των Χριστιανών ραγιάδων και η δικαιοδοσία του απλώνεται σε όλα σχεδόν τα καθέκαστα του καθημερινού τους βίου. Ο ίδιος, και κατά προέκταση οι αρχιερείς του Θρόνου, ασκούν, με ένα λόγο, κοσμική εξουσία βασισμένη στους ιερούς κανόνες (κανονικό δίκαιο), στην νομοθεσία των βυζαντινών αυτοκρατόρων, σε πατριαρχικές, παλαιές και νεώτερες αποφάσεις, στο εθιμικό δίκαιο. Πάντα, όμως, ήταν υπόλογος και υπεύθυνος για τις πράξεις του και του ποιμνίου του απέναντι στον σουλτάνο. Προσθέτουμε ότι η δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριάρχη επεκτεινόταν σε όλους τους ορθόδοξους βαλκανικούς λαούς, που σταδιακά χάνουν την εθνική συνείδησή τους και αποκτούν πλέον την υπερεθνική του Χριστιανού, συνείδηση που ενώνει, υπό το κοινό καθεστώς της δουλείας, όλους τους βαλκανικούς λαούς με χριστιανική – ορθόδοξη αλληλεγγύη που εκφράσθηκε με κοινούς αγώνες κατά του κατακτητή. Ας προσέξουμε ότι η Εκκλησία, έχοντας μία άρτια διοικητική οργάνωση, που μπορούσε να εξασφαλίσει την υπακοή των ραγιάδων στον Σουλτάνο, αλλά και να συστήσει ένα διοικητικό μηχανισμό για την καταβολή των φόρων. Στην Εκκλησία και στους Χριστιανούς ραγιάδες στηρίχθηκε, άλλωστε, ο Μεχμέτ για τα οικονομικά του κράτους του, καθώς οι Χριστιανοί ραγιάδες ήσαν βιοτέχνες και έμποροι φορολογούμενοι, ενώ οι Τούρκοι ήσαν πολεμιστές. Επομένως, τα προνόμια του Μεχμέτ προς τον Γεννάδιο που διατηρήθηκαν ως ακόμη το 1922, με πολλές είναι αλήθεια διαταραχές μέσα στον χρόνο, βοήθησαν το Γένος να επιβιώσει θρησκευτικά και πολιτικά, προστατευμένο από τον κατακλυσμό των τραγικών επιπτώσεων που έφερε η δουλεία, μολονότι δεν έλειψαν οι εκούσιοι εξισλαμισμοί λαϊκών και κληρικών τον πρώτο καιρό μετά την Άλωση και στους επόμενους αιώνες. Στην εξαθλίωση των πρώτων χρόνων, αλλά και των επόμενων αιώνων, η Εκκλησία, ως θεσμός, οι ταπεινές εκκλησίες και οι μονές γίνονται καταφύγιο των ραγιάδων πιστών που ανακουφίζονται έστω και για λίγες στιγμές από τα βάσανα της σκλαβιάς. Και είναι αλήθεια ότι όλη η μακρά χρονική περίοδος (1453 – 1600) χαρακτηρίζεται από συνεχείς καταπιέσεις των σουλτάνων σε βάρος των χριστιανών ραγιάδων με αναγκαστικούς εξισλαμισμούς, κατασχέσεις ή κατεδαφίσεις ναών ή μονών, απαγόρευση ανέγερσης εκκλησιών, επισκευής παλαιοτέρων, αυθαιρεσίες σε βάρος της Εκκλησίας, απαγόρευση χρήσεως της καμπάνας, σε πολλές περιπτώσεις απαγόρευση ανάγνωσης του Ευαγγελίου ακόμη και σε ναούς και σε κελλιά από τις εισβολές φανατικών Μουσουλμάνων.

                           Το Άγιον Όρος και τα Μετέωρα είναι τα μεγαλύτερα πνευματικά κέντρα της Ορθοδοξίας κατά την Τουρκοκρατία. Στο Άγιον Όρος με την πλούσια παράδοση στους χρόνους των βυζαντινών αυτοκρατόρων, εξακολουθούν να έχουν τον εκκλησιαστικό ηγέτη τους, τον Πρώτον (ως το τέλος του 16ου αι., που τον διαδέχονται οι «γέροντες της Συνάξεως», η σημερινή Σύναξις. Πολλές είναι οι ταλαιπωρίες των μονών από την βαρειά φορολογία, τις καταπατήσεις των μετοχίων και κτημάτων τους, τις συνεχείς πειρατείες και ληστείες που τις οδηγούν πολλές φορές στην απόλυτη πτώχεια, που ανακούφιζεν προσωρινά δωρεές Βλάχων και Φαναριωτών αργότερα ηγεμόνων και Ρώσων τσάρων. Το Άγιον Όρος και τα Μετέωρα έδωσαν έδωσαν σοφούς κληρικούς, ιεράρχες, νεομάρτυρες και διαφύλαξαν την μακραίωνη πολιτιστική κληρονομιά του Βυζαντίου ως σήμερα. Αλλά και άλλες μονές, όπως η μονή του Τιμίου Προδρόμου στο Βέρμιο, των Ασωμάτων στην Νάουσα, της Αγίας Τριάδος στον Όλυμπο, της Ζάβορδας στην Δυτ. Μακεδονία, του αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω, κρατούν όρθιο τον αιχμάλωτο Χριστιανό, ανακόπτουν το ρεύμα των εξισλαμισμών, εμπνέουν την αντίσταση των πιστών, συμβάλλουν στην ηθική συνοχή τους, ενώ οι όσιοι, αγιοτικές μορφές, δεν συμβιβάζονται με την απομόνωσή τους στις μονές, και εξέρχονται έξω στον κόσμο, γενόμενοι με τον ασκητικό βίο τους υποδείγματα Χριστιανών. Και οι μονές αυτές, όπως και το Άγιον Όρος και τα Μετέωρα ήσαν κέντρα παιδείας, θρησκευτικής τέχνης, καταφύγια κλεφταρματολών και αγωνιστών του 1821, όπως ήσαν και κατά την τελευταία γερμανική Κατοχή, βοηθώντας ποικιλότροπα την Εθνική Αντίσταση.

                         Την εθνική και θρησκευτική αντίσταση κατά του κατακτητή εξέφρασαν με την θυσία τους οι νεομάρτυρες από τα πρώτα έτη της Αλώσεως ως τα μέσα του 19ου αι. Κάθε τόπος, μικρός ή μεγάλος στην Ελλάδα έχει τον νεομάρτυρά του που με το παράδειγμα της εθελοθυσίας τους στήριζαν το φρόνημα των συμπατριωτών τους και δυνάμωναν την Ορθοδοξία.

                         Η Παιδεία κατά την Τουρκοκρατία αποτελούσε υπόθεση της Εκκλησίας, που φρόντισε, και ενώ ακόμη η Βασιλεύουσα αιμορραγούσε, να ιδρύσει με πρωτοβουλία του Πατριάρχη Γενναδίου Σχολαρίου, την Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, που λειτουργεί ως σήμερα. Στην πνευματική κίνηση του Γένους στα τέλη του 16ου αι. πολυδιάστατη ήταν η συμβολή του Πατριάρχου Ιερεμία Β΄ του Τρανού που το 1593 που με την Σύνοδο που συνεκάλεσε, αποφασίσθηκε να μεριμνήσουν οι κατά τόπους επίσκοποι να ιδρυθούν σχολεία και έτσι σταδιακά να λειτουργεί ένας εντυπωσιακός αριθμός των σχολείων στην Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα (σχολή των Φιλανθρωπηνών), στην Αθήνα, στην Χίο, την Άρτα, στις Κυκλάδες. Στην Πατριαρχική Σχολή δίδαξαν σοφοί Δάσκαλοι, όπως ο Θεόφιλος Κορυδαλλεύς, που σπουδαγμένος στην Δύση φέρνει στην Ανατολή τον ευρωπαϊκό τρόπο διδασκαλίας, καλεσμένος από τον ιεροεθνομάρτυρα Πατριάρχη Κύριλλο Λούκαρι. Μαθητές του Κορυδαλλέως υπήρξαν σημαίνουσες προσωπικότητες της ελληνικής λογιοσύνης του 17ου αι. (Ιω. Καρυοφύλλης, Μελέτιος Συρίγος, Παΐσιος Μεταξάς κ.ά.) ανάμεσα στις οποίες διακρίνουμε τον Ευγένιο Γιαννούλη, που αποτραβήχτηκε στα ανήλια Άγραφα και ίδρυσε σχολή από την οποία αποφοίτησαν άξιοι μαθητές του, όπως ο Αναστάσιος Γόρδιος.

                         Στα τέλη του 16ου αι πατριάρχευσε επί μακρόν ο Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός (1572 – 1595 με διαλείμματα) που είδαμε λίγο παραπάνω, ο οποίος ανέπτυξε σοβαρό δογματικό διάλογο με ους πρωτοεμφανιζόμενος τότε Προτεστάντες του Λουθήρου και οι περίφημες σοφές «αποκρίσεις» του σ’ αυτούς αποτελούν τα συμβολικά μνημεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο διάλογος αυτός είχε την σημασία του, γιατί ήταν ο πρώτος χριστιανικός διάλογος εν μέσω Τουρκοκρατίας.

                          Ο 18ος αι. σημαδεύεται με τον συνεχή αγώνα των Ορθοδόξων έναντι της ΡΚαθολικής Προπαγάνδας που είχε διεισδύσει στην Ελληνική Ανατολή από τον προηγούμενο αιώνα, αλλά και από το γενναίο κίνημα των Κολλυβάδων με το Άγιον Όρος να παραμένει η κύρια εστία της Ορθοδοξίας που λαμβάνει μία νέα πνευματική διάσταση με την ίδρυση της Αθωνιάδας. Η Εκκλησία εξακολουθεί να αποτελεί το στήριγμα του δούλου Γένους, μια επικοινωνία που την ενισχύει το εθνικό και πατριωτικό κήρυγμα επιφανών κληρικών, αλλά και απλών διδάχων μες στους ταπεινούς ναούς υπό το φως της λυχνοκαΐας. Τα κηρύγματα του Φραγκίσκου Σκούφου, του Ηλία Μηνιάτη, του Νικηφόρου Θεοτόκη και άλλων στόχευαν στην εμψύχωση του παραπικραμένου λαού με τον θείο λόγο, αλλά και με την ελπίδα για την μελλούμενη ελευθερία. Μπορεί να φαντασθεί κανείς το φλογερό κήρυγμα των λαϊκών διδάχων και την επίδραση που ασκούσαν στις βασανισμένες ψυχές των πιστών. Ένα από αυτούς ήταν ο Νεκτάριος Τέρπος, ο ταπεινός μοναχός της μονής Αρδενίτσας, που με το κήρυγμα ανέστειλε τις εξωμοσίες στα χωριά της Ηπείρου. Οι μονές εξακολούθησαν να αποτελούν τα μικρά σχολεία, όπου η εισαγωγή στα γράμματα γινόταν με το Ψαλτήρι, την Οκτάηχο, τις Πράξεις και Επιστολές των Αποστόλων, το Τριώδιο και άλλα εκκλησιαστικά βιβλία, όπως ήταν η Αμαρτωλών Σωτηρία του Αγαπίου Λάνδου, οι Νέοι Παράδεισοι κ.ά. Ήταν γραφική η εικόνα, μέσα στο ζόφος της δουλείας, με τα παιδάκια να προσέρχωνται στον νάρθηκα της εκκλησίας με τα καλαθάκια τους που είχαν το μεσημεριανό τους. Είναι, ωσαύτως, γραφική εικόνα των Ελλήνων που προσέρχονταν στις εμποροπανηγύρεις για να αγοράσουν από τον μικροέμπορο ποικίλων ειδών εκκλησιαστικά και άλλα ψυχωφελή λαϊκά αναγνώσματα. Πολλά μάλιστα από τα βιβλία αυτά που έθρεψαν πνευματικά γενεές Ελλήνων σώζονται σήμερα σε βιβλιοθήκες, ως οικογενειακά κειμήλια, και σε στασίδια ψαλτών σε ταπεινούς ναούς της ελληνικής υπαίθρου. Επιφανείς λόγιοι της Τουρκοκρατίας εξακολούθησαν να αναδεικνύονται μέσα από τους κόλπους της Εκκλησίας μερικοί μάλιστα χωρίς να διστάζουν να φέρνουν στην Ελληνική Ανατολή ιδέες της σοφής Ευρώπης (Μεθόδιος Ανθρακίτης, Γεώργ. Σουγδουρής, Ευγένιος Βούλγαρις κ.ά.).

                  Κορυφαία φυσιογνωμία της εποχής ο πατρο Κοσμάς ο Αιτωλός (1714 – 1779) ο φλογερός ιεροκήρυκας του σαστισμένου και πολυβασανισμένου Γένους που αρχικά διδάσκει την αγάπη, την ταπείνωση, βάλλει κατά των δεισιδαιμονιών του αμόρφωτου λαού, υπερασπίζεται την συνοχή, την αλληλεγγύη, συμβουλεύει τους άρχοντες. Αυτά κατά την πρώτη περιοδεία του που λήγει το 1767. Η δεύτερη περιοδεία του, από το 1775 – 1779, είναι περισσότερο δημιουργική : ιδρύει σχολεία, μιλεί με θέρμη για την ανάγκη εξύψωσης του πνευματικού επιπέδου του λαού, μάχεται κατά των εξωμοσιών, κηρύσσει την μελλούμενη ελευθερία, την ισότητα, καταπολεμά την αδικία και την καταπίεση, διδάσκει την επάλληλη σχέση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, αφυπνίζει την εθνική συνείδηση, ως τον θάνατό του (24 Αυγ. 1779).

Β.
                 Η Εκκλησία είχε γενναία συμμετοχή στον Αγώνα του 1821. Κορυφαία φυσιογνωμία ο μάρτυς Γρηγόριος Ε΄, που ήταν ενήμερος της επαναστατικής κινήσεως από τον καιρό που ήταν αυτοεξόριστος στο Άγιον Όρος, όπου συζητούσε για την Φιλική Εταιρεία με τον αγωνιστή Φαρμάκη το 1818. Γνωστές ήσαν οι επαφές του με τους Φιλικούς, τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα και τον Φιλικό Ιω. Παπαρρηγόπουλο. Τις κινήσεις του γνώριζε η Πύλη και τον παρακολουθούσε, ενώ η Ρωσσική Πρεσβεία του πρότεινε πριν από την έκρηξη της Επαναστάσεως να τον φυγαδεύσει. Κατηγορήθηκε ότι αφόρισε την επανάσταση του Αλεξ. Υψηλάντη, αλλ’ αυτό το έπραξε θέλοντας να προστατεύσει τους Έλληνες, ιδίως στην ΚΠολη, από τις σφαγές τις οποίες τελικώς δεν απέφυγαν με τα όσα τραγικά ακολούθησαν με την αγγελία της Επαναστάσεως στην Πελοπόννησο. Την Κυριακή του Πάσχα του 1821 απαγχονίσθηκε στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, που από τότε παραμένει κλειστή, μαζί με τους μητροπολίτες Εφέσου Άνθιμο, Νικομηδείας Αθανάσιο, Αγχιάλου Ευγένιο. Η θυσία του είχε μεγάλη απήχηση στον επαναστατημένο ελληνικό λαό που εμπνεύστηκε από τον θάνατό του. Τις επόμενες ημέρες μαρτύρησαν και άλλοι αρχιερείς ανάμεσά τους και ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, που βρισκόταν τότε στην ΚΠολη ως συνοδικός. Την 3 Ιουνίου 1821 απαγχονίσθηκαν ο λόγιος μητροπολίτης Αδριανουπόλεως Δωρόθεος Πρώιος, ο Δέρκων, ο Μυριοφύτου, ο Γάνου και χώρας και ο Μεσημβρίας. Την 17 Απριλίου, ημέρα Κυριακή του Θωμά, απαγχονίσθηκαν στην Αδριανούπολλη ο πρώην Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριλλος ΣΤ΄ με το μοναχικό του ένδυμα κατά διαταγήν του σουλτάνου, και ο μητροπολίτης Σωζοπόλεως Παΐσιος Πρικαίος, αδελφός του πρωτεργάτη του Αγώνα στην Σωζόπολη. Στις 7 Ιουλίου 1821 απαγχονίσθηκαν και αποκεφαλίσθηκαν ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός μαζί με τον Κιτίου Μελέτιο, τον Κυρηνείας Λαυρέντιο, τον Πάφου Χρύσανθου, τον ηγούμενο της μονής Κύκκου Ιωσήφ και άλλους κατώτερους κληρικούς. Οι απαγχονισμοί τους συνοδεύτηκαν από λεηλασίες και καταστροφές μονών, επισκοπικών μεγάρων. Τον Απρίλιο του 1821 απαγχονίσθηκαν στην Θεσσαλονίκη, μαζί με προκρίτους της πόλεως, ο επίσκοπος Κίτρους Μελέτιος, ο παπά Γιάννης του ναού του αγίου Μηνά, ενώ ο Φιλικός παπά Μαρκόπουλος, που συνελήφθη μεταφέροντας επαναστατικά έγγραφα, μαρτύρησε στην φυλακή του Λευκού Πύργου. Στην Μακεδονία οι ιεράρχες Άνθιμος Γρεβενών, Ιερόθεος Ιερισσού και Αγίου Όρους, Χρύσανθος, Σερρών, ο κατόπιν Οικουμενικός Πατριάρχης, Ιγνάτιος Αρδαμερίου με πλούσια συμβολή στον Αγώνα μετά την κάθοδό του στην Ν. Ελλάδα, ο Βενιαμίν Κοζάνης, ο Κωνστάντιος Μαρωνείας εκ των άμεσων συνεργατών του Εμμ. Παπά στην Επανάσταση της Χαλκιδικής, είχαν μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία. Άλλωστε η Φιλική Εταιρεία περιλάμβανε στην οργάνωσή της ιερείς, ποιμένες και αρχιποιμένες. Και είναι γνωστή η πληθωρική συμμετοχή σ’ όλον τον Αγώνα του Παλαιών Πατρών Γερμανού, του Μονεμβασίας Χρυσάνθου, της Χριστιανουπόλεως Γερμανού, του Παπαφλέσσα με την θυσία του στο Μανιάκι και τον ρόλο του στην όλη δράση της Φιλικής Εταιρείας με τον υπασπιστή του τον θρυλικό σημαιοφόρο του παπά Τούρτα. Την Επανάσταση στο Πήλιο οργάνωσε κατά κύριο λόγο ο αρχιμανδρίτης και λόγιος Άνθιμος Γαζής συνεπικουρούμενος από τον συνάδελφό του Γρηγόριο Κωνσταντά. Την περίοδο 1822 – 1825 διακρίθηκαν κατά ένα ή τον άλλο τρόπο ο επίσκοπος Άρτης Πορφύριος, συνεργάτης του Κολοκοτρώνη, ο πρωτοστάτης στην επανάσταση στην Εύβοια και την Κάρυστο Νεόφυτος και ο επίσκοπος Ευρίπου Γρηγόριος Αργυροκαστρίτης, ο Βρεσθένης Θεοδώρητος. Από τους περισσότερον γνωστούς της περιόδου αυτής ήταν ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ, υπουργός της Θρησκείας, ενώ καίριος ρόλος στην συμφιλίωση των αντιμαχομένων του εμφυλίου πολέμου ήταν αυτός των μητροπολιτών Τριπόλεως Δανιήλ και του Κορίνθου Κυρίλλου. Και στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν οι λόγιοι κληρικοί Θεόκλητος Φαρμακίδης, Θεόφιλος Καΐρης, Γρηγόριος Κωνσταντάς, Άνθιμος Γαζής.

Συμπλήρωμα Α.
                      Για τους κοτζαμπάσηδες. Πρόκειται για κοινωνικό, περισσότερο φαινόμενο που απαντάται κυρίως στην Πελοπόννησο, όπου μεγαλοκτηματίες, πιθανότατα απόγονοι γαιοκτημόνων του μεσαίωνα, κατείχαν μεγάλα κτήματα και πλούτο με τον οποίο επιβάλλονταν στους χωρικούς, ασκώντας σ’ αυτούς ποικίλες πιέσεις και δημιουργώντας με αυτούς την σχέση πάτρωνα και προστατευομένου (πελάτη). Η σχέση αυτή και η δύναμή τους, που δέχονταν ακόμη και οι Τούρκοι, τους έδινε το δικαίωμα να διαχειρίζονται ανεξέλεγκτα τις κοινότητες των Ελλήνων. Έτσι σε κάθε κοινότητα, σε κάθε τόπο υπήρχαν αυτοί οι κοτζαμπάσηδες που πολλές φορές φιλονικούσαν μεταξύ τους για τα πρωτεία, φθάνοντας μέχρι και σε αιματηρά επεισόδια, και ήσαν αυτοί αίτιοι φανατισμών, δημιουργίας κομματικών φατριών που ταλαιπώρησαν την ελληνική κοινωνία επί δεκαετίες. Είναι τα γνωστά «τζάκια». Κατά την Επανάσταση βοήθησαν όσο μπορούσαν ερχόμενοι σε συνεχείς προστριβές με τους οπλαρχηγούς. Δεν μπορούσαν, άλλωστε, να πράξουν διαφορετικά βλέποντας την εθνική βούληση και ορμή για ελευθερία. Ο αγωνιστής, και υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, Φωτάκος γράφει επιγραμματικά : «Οι κοτζαμπάσηδες ή προύχοντες δεν ήταν λαοπρόβλητοι … αλλά ένα σώμα ενωμένον διά του μεταξύ των συμφέροντος … Ούτοι ενήργουν ως υπηρέται των ορέξεων των Τούρκων, και το επάγγελμα αυτό ήτο ο πόρος της ανταλλαγής των από τα βάρη και τας φορολογίας …».

Συμπλήρωμα Β.
                    Η άλωση της Τριπολιτζάς στις 26 Σεπτ. 1821 αποτελεί σταθμό στην επιτυχή εξέλιξη του Αγώνα, μολονότι, ομολογουμένως, αποτελεί μία μελανή σελίδα της νεοελληνικής ιστορίας, από τη γενική σφαγή σε βάρος των Τούρκων που ακολούθησε ευθύς μετά την κατάληψή της από τους Έλληνες. Μόνη δικαιολογία μπορεί να προβληθεί η μακραίωνη πολεμική παράδοση της Ανατολής με τέτοιου είδους απάνθρωπες συμπεριφορές, το αίσθημα της εκδικήσεως των σκλάβων απέναντι στους κατακτητές τους που είχαν φερθεί άδικα, είχαν σκοτώσει, είχαν ατιμάσει δικούς τους ανθρώπους. Ήταν μία ανταπόδοση που είχε φωλιάσει στις ψυχές των σκλάβων τετρακόσια ολόκληρα χρόνια, ένα δικαιολογημένο μίσος και μια απελπισία που εκφράσθηκαν με αμείλικτη σκληρότητα. Στο σημείο αυτό της απανθρωπιάς είχε καταντήσει τους σκλάβους η μακραίωνη σκλαβιά. Θα μπορούσαν να αποφευχθύν, ωστόσο, όλα αυτά αν ήταν παρών στην πολιορκία ο Δημ. Υψηλάντης, που ερχόμενος στην Τριπολιτσά μετά 3 ημέρες από την Άλωσή της διέταξε τους στρατιώτες να συμπεριφέρωνται ανθρώπινα στους Τούρκους αιχμαλώτους, γιατί έλεγε «ο πόλεμος ημών δεν γίνεται κατά των Οθωμανών, αλλά κατά της τυραννίας, και προσέθετε ότι όσα καταστρέφουν οι Έλληνες δεν είναι των Τούρκων, αλλ’ ελληνικά γιατί από τα χέρια των Ελλήνων διάτης βίας πήραν».

                  Η Άλωση της Τριπολιτσάς έδωσε την αφορμή να κατηγορηθούν για διαρπαγές ο Κολοκοτρώνης, η Μπουμπουλίνα, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και άλλοι, με εξαίρεση τον Νικήτα Σταματελόπουλο (Νικηταρά). Ίσως είναι αλήθεια, αλλ’ οι όποιες κατηγορίες προέρχονται από φήμες που καταγράφηκαν από ξένους (Raybaud, Striebeck). Πάντως, τα λάφυρα και ο πλούτος που έπεσαν στα χέρια των αγωνιστών όπλισαν τους Πελοποννήσιους αγωνιστές που ως τότε πολεμούσαν με δρεπάνια, αξίνες, σουγιάδες, αλλά και με αυτοπεποίθηση για την συνέχιση του Αγώνα, μαζί με την απόφασή τους να τον επεκτείνουν και εκτός Πελοποννήσου. Τα αρνητικά από την Άλωση ήταν, πλην της σκληρής συμπεριφοράς των Ελλήνων στους αμάχους, ότι στερήθηκε το δημόσιο ταμείο από ικανούς πόρους, η απογοήτευση των Φιλελλήνων από την συμπεριφορά τους αυτή. Η Ελληνική Επανάσταση έχει να διδάξει μυριάδες σελίδες της θυσίας του ελληνικού λαού και όχι μυθεύματα, εικασίες, παραπληροφορήσεις που κακό κάμουν στον ταλαιπωρημένο, και από την σημερινή συγκυρία, λαό μας.

Συμπλήρωμα Γ.
                 Η Αγία Λαύρα δεν έχει τίποτε να δείξει σήμερα στον επισκέπτη – προσκυνητή όπως πολλοί αγιασμένοι τόποι. Είχαν προηγηθεί πολλά γεγονότα από τις 14 Μαρτίου όταν ο παλιός κλέφτης Ν. Χριστοδούλου έριξε την πρώτη ντουφεκιά του Αγώνα, η επανάσταση στα Καλάβρυτα την 21 Μαρτίου, που είναι η πρώτη επαναστατημένη περιοχή, τα δραματικά γεγονότα στην Πάτρα, ώσπου στις 23 Μαρτίου 1821 οι πρόκριτοι που είχαν συγκεντρωθεί στην Αγία Λαύρα, μαζί με οπλαρχηγούς, ύψωσαν με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό την σημαία της Επαναστάσεως με το γνωστό «Ελευθερία ή Θάνατος». Ως εθνική εορτή καθιερώθηκε η 25η Μαρτίου καθώς συμπίπτει με την θρησκευτική γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ
Η Διοικούσα Επιτροπή
Σε απάντηση όσων έχουν παρουσιαστεί από τον τηλεοπτικό σταθμό “ΣΚΑΪ” σχετικά με την επανάσταση και τα γεγονότα του 1821, λάβαμε και ευχαρίστως δημοσιεύουμε άρθρο – απάντηση του Καθηγητή της Ιστορίας του Ελληνισμού της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. κ. Αθανασίου Ε. Καραθανάση που αφορά το ρόλο της Εκκλησίας στην Επανάσταση του 1821

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

H Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τους Αγώνας του Έθνους

του κ. Αθανασίου Ε. Καραθανάση
Καθηγητού του Α.Π.Θ.
από το περιοδικό «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» Μάρτιος 2006

                      Κατά την μακρά βυζαντινή περίοδο η Εκκλησία και η Πολιτεία, ο Πατριάρχης και ο αυτοκράτωρ, συμπορεύτηκαν με αγαστή συνεργασία συνιστώντας έκτοτε την καλουμένη αρχή της συναλληλίας, αυτή δηλ. που εξακολουθεί υφισταμένη ως σήμερον και η οποία κατ’ ουδένα λόγο πρέπει να διαρραγεί, εφ’ όσον αυτές οι δύο έννοιες μολονότι διακριτές, συμπορεύονται, διότι αυτή είναι η συνείδηση του λαού ερειδομένη επί της ιστορικής πραγματικότητος.
                   Και κακώς υπήρξαν σκέψεις, ελαχίστων ευτυχώς, για υπονόμευση της Εκκλησίας και καλώς έπραξε η Πολιτεία στο πολύ πρόσφατο παρελθόν και απέρριψε σκέψεις η εισηγήσεις ορισμένων, ελαχίστων επαναλαμβάνω, για τον διαχωρισμό των δύο εννοιών. Και υπενθυμίζω ότι αυτή η ταύτιση των δύο εννοιών εκκινεί από τους βυζαντινούς χρόνους και γιγαντώνεται κατά την μακρά Τουρκοκρατία, αφού η Εκκλησία, ελλείψει πολιτικής αρχής με την πολιτική πτώση του Βυζαντίου, καθίσταται αυτή η πολιτική, η Εθναρχική, η του Γένους αρχή, προστάτης και υπερασπιστής του υποδούλου Γένους και από αυτήν εκκινούν και τελειώνουν τα πάντα.
                    Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατέλαβε την θέση του χαμένου αυτοκράτορος με έμβλημα τον δικέφαλο αετό και το Πατριαρχείο καθίσταται κράτος εν κράτει στην ευρεία Οθωμανική αυτοκρατορία. Και απορούσαν Ευρωπαίοι συνάδελφοι της Ιστορίας, και δη ορισμένοι της Εκκλησιαστικής, όταν σε Συνέδριο στην Σιέννα της Ιταλίας για την ιστορία του κλήρου, ο υπογραφόμενος εξέθετε αυτήν την ταύτιση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, μοναδικό ούτως η άλλως παράδειγμα ταυτίσεως πολιτικής και θρησκευτικής εννοίας στην Ευρώπη. Και το γένος εσώθη υπό την σκέπην της Εκκλησίας και το Πατριαρχείο κατέστη σύμβολο ενώσεως στις ιδέες της πίστεως και της πατρίδος ως κέντρο εθνικής περισυλλογής.
                    Αυτό ήταν το υπεύθυνο εθνικό κέντρο έναντι του Οθωμανού κατακτητού, εκμεταλλευόμενο και τα παραχωρηθέντα υπό του Μωάμεθ Πορθητή προνόμια στον πρώτο Πατριάρχη του δούλου Γένους Γεννάδιο Σχολάριο. Τοιουτοτρόπως, συνέστησε σχολεία με πρώτη την Πατριαρχική Ακαδημία Κωνσταντινουπόλεως το 1454 επί των ερειπίων της Κωνσταντινουπόλεως, συνέστησε την κοινοτική οργάνωση, τις περιώνυμες κοινότητες της Τουρκοκρατίας, των οποίων επικεφαλής ήταν ο εκάστοτε τοπικός επίσκοπος η στην ύπαιθρο οι ιερείς, σε μία πρωτόφαντη δημοκρατική οργάνωση.Συνετελέσθη, κατά ταύτα και απετελέσθη γύρω από την Εκκλησία πνευματικός και διοικητικός οργανισμός που προστάτευε τους πιστούς από το μίσος και τις αδικίες των Μουσουλμάνων που καταπατούσαν αυθαιρέτως με διάφορες προφάσεις κάθε δίκαιο και προνόμιο των Χριστιανών. Η βαρεία δουλεία ελαφρύνθηκε με την βοήθεια της Εκκλησίας, η οποία, ούτως η άλλως υφίστατο πρώτη αυτή τις αυθαιρεσίες των Οθωμανών.
                      Έμοιαζαν οι πρώτες δεκαετίες μετά το 1453 με τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και τα μαρτύρια των πρώτων Χριστιανών πατριάρχες, αρχιερείς, ιερείς, λαός, εμαρτύρουν σχεδόν καθημερινά. Μες απ’ αυτήν την οδύνη ενεφανίσθησαν οι νεομάρτυρες των οποίων η μαρτυρία φθάνει ως το 1922 στην φωτιά και την αντάρα της Μικρασιάτικης καταστροφής. Και υπό αυτήν την κατάσταση των πραγμάτων παρουσιάσθη και το φαινόμενο των κρυπτοχριστιανών, εκείνων δηλ. που δεχόμενοι εξωτερικώς το Ισλάμ διεφύλαττον εις το βάθος της ψυχής τους την χριστιανική πίστη. Τα τοπικά γεωγραφικά όρια από το 1453 ως το 1922 ήρθησαν δια της Εκκλησίας, καθ’ όσον τους Χριστιανούς ένωνε η πίστη, η οποία σφυρηλατούσε και την εθνική συνείδηση, καθ’ όσον η Εκκλησία διεκράτησε την πνευματική ελευθερία των ελευθέρων Ελλήνων, αναζωογόνησε την εθνική παράδοση και κρυφίως η φανερώς ενίσχυε το όραμα της ελευθερίας. Μετά μάλιστα την ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571 οι Μητροπολίτες Μονεμβασίας Μακάριος Μελισσηνός, ο Ρόδου Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Νάξου και Μυτιλήνης, τίθενται επικεφαλής επαναστατικών κινημάτων οι περισσότεροι μάλιστα, όπως και πολλοί ιερείς έχουν τραγικό τέλος παλουκώνονται η σφαγιάζονται με γιαταγάνια. Τον Ιούνιο του 1576 σημειώνονται νέες επαναστάσεις στην Μακεδονία και στα νότια Βαλκάνια, όπου πρωταγωνιστούσαν ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Ιωακείμ, ο Βελεσσών Φώτιος, ο Βελεγράδων στην Β. Ήπειρο Νεκτάριος και ο Καστορίας Σωφρόνιος ζητούν μάλιστα την βοήθεια του ηγέτου των Δυτικών Don Juan de Austria, αλλά μάταια. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Μητροπολίτης Δαλματίας, Ιταλίας, Αμβρακίας, Σικελίας Τιμόθεος που επίεζε τον Πάπα Πίο Ε’ να συνασπίσει τις χριστιανικές δυνάμεις κατά των Οθωμανών.
                        Βλέπουμε ότι οι επίσκοποι έχουν και πολιτικοστρατιωτικό ρόλο. Αλλά και οι διάδοχοί τους, ο Αχρίδος Αθανάσιος από την Μάνη και ο Νεκτάριος, προσπαθούν να ξεσηκώσουν τους Χειμαρριώτες το 1596, ενώ λίγο νωρίτερα, το 1582, ο πρωτοπαπάς Μάνης Μουρίσκος στην Μάνη το αυτό πράττει συνεννούμενος με τους Ισπανούς. Στα βόρεια Βαλκάνια μετά το 1597 ο Μητροπολίτης Τυρνόβου στην Βουλγαρία Διονύσιος Ράλλης συνεργαζόταν με τον Βαλκάνιο ήρωα Μιχαήλ Γενναίο ξεσηκώνοντας τους βαλκανικούς λαούς. Λίγο αργότερα το 1601 ο πρώην Μητροπολίτης Λακεδαιμονίας Χρύσανθος Λάσκαρις και ο διάδοχος του Διονύσιος συνεννούνταν με τον δούκα του Nevers Κάρολο Γονζάγα και οργάνωναν νέο επαναστατικό κίνημα με τους Μανιάτες και λοιπούς Πελοποννησίους.Και φυσικώ τω λόγω η Εκκλησία ήτο η πρωτοστάτης δύναμις των επανειλημμένων εθνικών εξεγέρσεων και θα αναφέρουμε, μεταξύ των άλλων, την τολμηρή επανάσταση του 1600 και 1611 του Μητροπολίτου Τρίκκης Λαρίσης Διονυσίου, φιλοσόφου, κατά την οποία, πλην αυτού και άλλων αρχιερέων και κληρικών, εμαρτύρησε και ο επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου Σεραφείμ.
                         Ήτο η εποχή που στον Οικουμενικό Θρόνο ευρισκόταν ο ιεροεθνομάρτυς Κύριλλος ο Λούκαρις που αγωνιζόταν κατ’ εκείνη την εποχή και κατά της διεισδύσεως των Καθολικών στην Ελληνική Ανατολή, οι οποίοι με τους Ιησουίτες, έκλεπταν τις ψυχές των υποδούλων.Τελικώς ο Λούκαρις υπέστη μαρτυρικόν θάνατο από τους γενιτσάρους, συνεργεία των Ιησουιτών. Και ενώ οι Έλληνες άρχισαν τις απόπειρες εξεγέρσεως και άρχισε και η μακρά γραμμή απαγχονισμών και στραγγαλισμών Πατριαρχών και αρχιερέων ως ο Πατριάρχης Παρθένιος Β’ το 1650, το 1657 ο Παρθένιος Γ και το αυτό έτος ο Γαβριήλ και ο εκ Βερροίας Κύριλλος Κόνταρης. Και ήτο η εποχή που η Εθναρχούσα Εκκλησία στρεφόταν προς την ομόδοξη Ρωσία ιδιαιτέρως από της εποχής του Κυρίλλου Λουκάρεως, ως προκύπτει και από την αλληλογραφία του με τους Ρώσους τσάρους. Και ήτο ο αυτός Πατριάρχης και οι διάδοχοί του που προστάτευσαν όχι μόνον τον Ελληνικό λαό, αλλά και τους ομοδόξους Βαλκανίους και Ρώσους από την λύμη της Ουνίας, η οποία, ως μη ώφειλε, δραστηριοποιείται και μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού στις χώρες αυτές. Ο αυτός Κύριλλος Λούκαρις και οι διάδοχοί του, αλλά και οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων, με κύριους πρωταγωνιστές τον Δωρόθεο Νοταρά (f 1707) και τον ανεψιό του Χρύσανθο, προστάτευσαν τα ιερά προσκυνήματα στην Παλαιστίνη, μέσω μάλιστα και του εξ απορρήτων Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου.
                       Και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων απετέλεσε και αποτελεί τόπον προσκυνήματος, όπου συχνά μετέβαινον Έλληνες προσκυνητές (οι χατζήδες), για να αντλήσουν δύναμη από τον Πανάγιο Τάφο και σε ανταπόδοση ήταν η ίδρυση μετοχίων σχεδόν πανταχού της Ελλάδος από την άλλη, οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων ευρισκόμενοι συχνά στην Ελλάδα και στις βαλκανικές χώρες ενίσχυαν την πίστη των χριστιανών, αλλά και το εθνικό φρόνημα των υποδούλων, ως επί παραδείγματι ο πολύς Δοσίθεος Νοταράς που επί εικοσαετία συνήγειρε τους βαλκανικούς λαούς κατά των Οθωμανών την περίοδο 16801700 και εφεξής. Από την Εκκλησία εκπορεύονταν η πνευματική και εθνική αναγέννηση και φυσικά αυτή επλήρωνε πρώτη σταυρούμενη την Οθωμανική εκδίκηση.
                      Κατά την απελευθέρωση της Πελοποννήσου της περιόδου 1685-1715 από τους Βενετούς, πρώτο ρόλο είχαν οι κληρικοί όχι μόνον οι καταγόμενοι από την Πελοπόννησο, αλλά και αρκετοί από την Ρούμελη και την Κρήτη. Μεταξύ αυτών κυρίαρχη θέση κατέχει ο επίσκοπος Σαλώνων Φιλόθεος, ο μάρτυς Μητροπολίτης Κορίνθου Ζαχαρίας (+ 1684), ο Μαΐνης Παρθένιος, ο Ρέοντος και Πραστού Ιάκωβος Σαλούφας, ο Λαρίσσης Μακάριος, ο Θηβών Ιερόθεος, ο Αθηνών Ιάκωβος αλλά και οι Κασσανδρείας, Πολυάνης και Λήμνου. Λίγο νωρίτερα στον Κρητικό πόλεμο (1645-1669) εκατοντάδες ήσαν οι ιερείς και οι μοναχοί που θυσιάσθηκαν πολεμώντας κατά των Τούρκων, ως οι Γεράσιμος Βλάχος, μέγιστος φιλόσοφος και θεολόγος της εποχής, Βαρθολομαίος Συρόπουλος, οι Μπουνιαλήδες. Την παράδοση της θυσίας τους επανέλαβε ο Κρητικός κλήρος στο Αρκάδι διακόσια χρόνια αργότερα.
                     Στα Ορλωφικά του 1768-1770 μετείχε ενεργώς η Εκκλησία δια των τοπικών επισκόπων και του εφησυχάζοντος στο Άγιον Όρος πρώην Κωνσταντινουπόλεως Σεραφείμ Β. Σχεδόν όλοι οι επίσκοποι (ο Πατρών Παρθένιος, ο Μεθώνης, ο Καλαμών, ο Καρύστου Ιάκωβος) αλλά και δεκάδες αγιορειτών μοναχών ηύρον τραγικό θάνατο τα αυτά και δεινότερα και ο λαός μας.
                    Και συχνά εδίδοντο ποικίλες αφορμές στον Οθωμανό κατακτητή σχεδιάζοντας γενική σφαγή των Ελλήνων η γενικό εξισλαμισμό, την αιμορραγία αυτή του Ν. Ελληνισμού. Κορυφαία μορφή κατά τα μέσα του 18ου αι. αναδεικνύεται ο άγιος Κοσμάς Αιτωλός, που μαρτύρησε στις 24 Αυγούστου 1779 στην Μουζακιά στο χωριό Καλλικούνταση της Ηπείρου, αγωνιζόμενος σθεναρώς για την στήριξη του δεινοπαθούντος Χριστιανού, την ίδρυση σχολείων, την ηθική και πνευματική αντίσταση του κατά της λαίλαπος του εξισλαμισμού, τον οποίο αντιμετώπισε γενναία λίγο νωρίτερα στην Ήπειρο ο μοναχός Νεκτάριος Τέρπος με το κήρυγμά του και τα βιβλία του που στήριζαν τους Χριστιανούς.
                    Τα αυτά ισχύουν και για τα φραγκοκρατούμενα μέρη, τα Επτάνησα, τις Κυκλάδες και την Κρήτη, όπου, παρά την μακροχρόνια ξενική κατοχή οι Έλληνες κράτησαν την παράδοση με τους πρωτοπαπάδες τους και τον απλό κλήρο επικεφαλής, παρά την πίεση των ρωμαιοκαθολικών.
                     Μέγιστος ήταν ο ρόλος, αν όχι ο μοναδικός και ο καταλυτικός, της Εκκλησίας στην ανάπτυξη της παιδείας όλη σχεδόν η ιστορία της νεοελληνικής παιδείας αρχή και τέλος έχει την Εκκλησία: λόγιοι, σχολεία, χειρόγραφα, βιβλία, πνευματική κίνηση εκκινεί και τερματίζει σ αυτήν. Από την Μεγάλη του Γένους Σχολή ως το κοινό σχολείο του τελευταίου χωρίου του ευρύχωρου Ελληνισμού η Εκκλησία είναι παρούσα ως κινητήριος δύναμη. Ακαδημία της Πάτμου, η Πατμιάς, Αθωνιάς, σχολεία στην Αθήνα, την Ήπειρο, την Μακεδονία, σχολεία παντού ιδρύονται και ως έγραψε περί το 1768 ο Ιωαννίτης λόγιος Γεώργιος Κωνσταντίνου στα σχολεία αυτά «η ημετέρα διάλεκτος πολιτεύεται και η ευσέβεια της Ανατολικής Εκκλησίας κηρύττεται… και οι διδάσκαλοι σπουδαίοι κοσμούσι τας ομηγύρεις των τε αρχιερέων και των κληρικών και άπ’ άμβωνος συνεχώς κηρύττουσι λόγους». Ακόμη και ο αντικληρικαλιστής διαφωτιστής Αδαμάντιος Κοραής δέχεται ότι οι περισσότεροι διδάσκαλοι «των ευρωπαϊκών μαθήσεων» ήσαν ιερωμένοι. Ακόμη και αυτού του Νεοελληνικού Διαφωτισμού τα καλά του στοιχεία εισήλθον στην Ελληνική Ανατολή μέσω της Εκκλησίας και μέσω των στελεχών της ως ο Ευγένιος Βούλγαρις, ο Νικηφόρος Θεοτόκης, οι Μηλιώτες Κωνσταντάς και Γαζής. Παραλλήλως, σειρά ολόκληρη φιλολόγων, θεολόγων, φιλοσόφων έγραφε και εστήριζε την Ορθοδοξία, αγωνιζόμενη κατά του Παπισμού αναπτύσσοντας τα φιλολογικά και θεολογικά συγγράμματα, ακόμη και εκλαϊκευμένη θεολογία ως ο Σεβαστός Κυμινήτης στις αρχές του 18ου αι. και ο σχεδόν σύγχρονος του Μελέτιος Συρίγος αγωνιζόμενος κατά του Προτεσταντισμού και του Παπισμού.
                        Στις ακρότητες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, άνθρωποι της Εκκλησίας αντέταξαν με επιτυχία τον Ορθόδοξο Φωτισμό με εκπροσώπους τον άγιο Αθανάσιο Πάριο και τον Νικόδημο Αγιορείτη, που ήσαν και οι γνήσιοι εκφραστές του γενναίου κινήματος των Κολλυβάδων. Και δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι όλη η νεοελληνική φιλολογία, συλλήβδην η νεοελληνική γραμματεία από του 15ου τις αρχές του 20ού αι., είναι ουσιαστικώς εκκλησιαστική φιλολογία, αφού οι λόγιοι της περιόδου από την Εκκλησία προέρχονται. Και δεν νοούνταν στον Ελληνισμό της Διασποράς να μην υπάρχει εκκλησία και εφημέριος που αποτελούσαν τον συνεκτικό κρίκο των Ελλήνων αποδήμων, οι οποίοι καλούσαν ιερείς και μοναχούς από την Ελληνική Ανατολή. Οι ιερωμένοι αυτοί συνετήρησαν την πίστη στην Ορθοδοξία με το κήρυγμα και την συνεχή επικοινωνία με τους αποδήμους αδελφούς τους.
                       Στην συνάφεια της παιδευτικής κινήσεως του Γένους και του κυρίου αυτής μοχλού της Εκκλησίας θέση έχει και το κρυφό σχολειό, το οποίο συνεττήρησε πίστη και εθνική συνείδηση των υποδούλων με διδασκάλους τους απαίδευτους μοναχούς ή ιερείς και ενίοτε τους πεπαιδευμένους επισκόπους, οι οποίοι με το Ψαλτήρι και την Οκτώηχο μετέδιδαν τα πρώτα γράμματα στα νέα παιδιά υπό το τρεμάμενο φως του κανδηλιού της εκκλησίας. Πανταχού της Ελλάδος ο επισκέπτης προσκυνητής μπορεί να ιδεί αυτούς τους τόπους στο Πήλιο, στα Άγραφα, στα Ιωάννινα, στην Πελοπόννησο, στα νησιά μας. Και λυπεί πολύ ότι ορισμένοι συνάδελφοι αμφισβήτησαν την πραγματικότητα αυτήν στηριζόμενοι οι αμφισβητίες της στο γεγονός ότι από το 1593 και επί τη βάσει της πατριαρχικής εγκυκλίου του Ιερεμίου Β’ που συνέστησε την ίδρυση σχολείων στην Ελληνική Ανατολή, ιδρύθηκαν σχολεία και επομένως, λέγουν, παρείλκε η εμφάνιση του κρυφού σχολείου, εφ’ όσον δήθεν λειτουργούσαν ελεύθερα ελληνικά σχολεία.
                         Κατά την Εθνική Παλιγγενεσία η συμβολή της Εκκλησίας ήτο η μέγιστη δυνατή, εφ’ όσον η εμπειρία της από τους αγώνες της ήτο τοιαύτη, ώστε ήτο αδύνατον να μη λάβει μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα.
                         Λέγεται ότι ένας ιερεύς της Κωνσταντινουπόλεως είχε αυτός μόνος μυήσει 15.000 μέλη στην Φιλική Εταιρεία, αλλά και αυτός ο Γρηγόριος Ε, ο ιεροεθνομάρτυς, φαίνεται να είχε μυηθεί, όπως και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος Παγκώστας και φυσικά ο Παλαιών Πατρών Γερμανός που ηυλόγησε πρώτος τον Αγώνα του 21 με το σύνθημα «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Ο αγών αυτός ήταν εθνικός και κυρίως θρησκευτικός γι’ αυτό και η Εκκλησία πρώτη αυτή πλήρωσε την οργή του δυνάστη με την θυσία αναρίθμητων κληρικών, με πρώτο τον γηραιό πατριάρχη Γρηγόριο Ε και τους συναγωνιστές του μάρτυρες, τον Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, τον Ανδριανουπόλεως Δωρόθεο, τον Εφέσου Διονύσιο, τον Τυρνόβου Ιωαννίκιο. Η θυσία τους αυτή προσέδωσε έτι μάλλον θρησκευτικό χαρακτήρα στον απελευθερωτικό αγώνα και οι ήρωες του 1821 ορκίζοντο να εκδικηθούν τον μαρτυρικό θάνατο του Γρηγορίου, ως επιβεβαιούν σύγχρονες των γεγονότων πηγές. Λίγο πολύ είναι γνωστά τα γεγονότα των πρώτων μηνών μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως στον Μοριά, την Ρούμελη, στην Σμύρνη, την Κρήτη, στα Ιεροσόλυμα, στην Χίο όπου στην Νέα Μονή κατεσφάγησαν 200 μοναχοί και ό Μητροπολίτης Χίου Πλάτων Φραγκιάδης, στην Κύπρο όπου απαγχονίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και οι επίσκοποι, στο Άγιον Όρος που μετείχε ενεργώς στον Αγώνα με τον Υπερασπιστή της Μακεδονίας Εμμανουήλ Παπά, τον Μαρωνείας Κωνστάντιο.
                       Το Άγιον Όρος εγνώρισε τότε πρωτοφανή αγριότητα, όπως και οι αντιπρόσωποί του στην Θεσσαλονίκη στα θρυλικά αγιορείτικα κονάκια που απηγχονίσθησαν στο Καπάνι με τον επίσκοπο Κίτρους Μελέτιο, τον παπά Γιάννη του αγίου Μηνά, τους προκρίτους της πόλεως. Πολλοί μοναχοί και ιερείς από τα Πριγκηπόννησα του Βοσπόρου έστειλαν, λένε οι Τουρκικές πηγές, χρήματα για τον Αγώνα στους Μακεδόνες, γι’ αυτό συνελήφθησαν και εσφαγιάσθησαν. Και είναι μακρύς ο κατάλογος των επισκόπων που αγωνίστηκαν και θυσιάσθηκαν σ’ όλην την διάρκεια του Αγώνα, ως ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος, ο Έλους Κύριλλος κ.α., ων ουκ έστιν αριθμός. Και ευγνωμονών έκτοτε ο συνεχώς αγωνιζόμενος ελληνικός λαός ανεγνώρισε την προσφορά ψηφίζοντας με τους εκπροσώπους του την 1 Ιανουαρίου 1822 ότι «επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού» το αυτό είχε πράξει και η Γερουσία της Ανατολικής Ελλάδος τον Δεκέμβριο του 1821 που ναι μεν διακηρύσσει την θρησκευτική Ελευθερία άλλ’ όμως «την Ανατολικήν Εκκλησίαν του Χριστού και την σημερινήν γλώσσαν μόνον αναγνωρίζει ως επικρατούσαν θρησκείαν και γλώσσαν της Ελλάδος».
                   Την ίδια ευγνωμοσύνη προς την Εκκλησία έτρεφε και ο πρώτος Κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους Ιωάννης Καποδίστριας, την οποία επροστάτευσε παντοιοτρόπως.
Στα απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821, ως του Μακρυγιάννη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου κ.α., συχνά πυκνά αναφέρονται κληρικοί αγωνιστές, αλλά και με πολιτική δράση στα πρώτα χρόνια του Αγώνος και μετά από αυτόν ως μινίστροι Θρησκείας, Παιδείας, Δικαιοσύνης. Και όταν στις υπόδουλες περιοχές του Ελληνισμού επαναστατούσαν, στην Κρήτη ή στην Μακεδονία ή στην Θράκη πάλιν η Εκκλησία με τους επισκόπους και τους ιερείς της είχε την πρωτοπορία του Αρκαδιού το ολοκαύτωμα και ο επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος στην επανάσταση στην Μακεδονία του 1878 έστωσαν ως παράδειγμα.
                      Η Εκκλησία ήταν και επικεφαλής των μετέπειτα εθνικών αγώνων, ως ο Μακεδονικός Άγων της περιόδου 1860-1912, οπότε διακρίνεται ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ’ ο Μεγαλοπρεπής και οι συνεργάτες του επίσκοποι στην Μακεδονία κατά την πλέον κρίσιμη φάση του Μακεδονικού Αγώνος Χρυσόστομος Καλαφάτης, ο είτα ιεροεθνομάρτυς Σμύρνης, στην Δράμα, Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά, Θεοδώρητος Βασματζίδης στο Νευροκόπι, Ιωακείμ Φορόπουλος στην Πελαγονία, Φώτιος Κορυτσάς, Γρηγόριος Ζερβουδάκης στις Σέρρες κ.α. Αυτοί και οι διάδοχοί τους ακλούθησαν τους παλμούς και τα οράματα της Μεγάλης Ιδέας και συνετήρησαν σε χαλεπούς καιρούς την χριστιανική πίστη και την εθνική συνείδηση. Μαζί με αυτούς και οι ταπεινοί και ανώνυμοι στρατιωτικοί ιερείς των βαλκανικών πολέμων και της μικρασιάτικης εκστρατείας με κορυφαία τραγική και αγία προσωπικότητα τον Χρυσόστομο Σμύρνης, αλλά και τον Κυδωνιών Γεράσιμο, τον Γερμανό Καραβαγγέλη, παλαιό μακεδονομάχο και μετά το 1914 Μητροπολίτη Αμασείας και φυσικά τον πνευματικό πατέρα του Ποντιακού Ελληνισμού Χρύσανθο Φιλιππίδη, τον κατοπινό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, ο οποίος ως Μητροπολίτης Τραπεζούντος και με πολιτική διορατικότητα κατηύθυνε τις τύχες των Ποντίων μετά το 1914 ως την έξοδο του 1922. Και όλη φυσικά η χορεία των κληρικών, επισκόπων και μοναχών που μετά το 1922 και την προσφυγιά και την εγκατάστασή της στην μητροπολιτική Ελλάδα φρόντισε για να απαλύνει τον πόνο του ξεριζωμού, να οργανώσει την νέα ζωή μες από τα συντρίμμια της ψυχής του πρόσφυγος.Αφού προηγουμένως είχε φροντίσει απ’ άκρου εις άκρον της ευρυχωρίας του Μείζονος Ελληνισμού να υπερασπισθεί το αθώο ποίμνιο από την λύμη των ξένων θρησκευτικών και πολιτικών προπαγανδών που μετά το 1830 και την δημιουργία του νεοελληνικού κράτους είχαν αναπτυχτεί επικινδύνως από την Θράκη ως την Κύπρο και από τα Επτάνησα ως τον Πόντο και την Καππαδοκία.
                      Η προσφορά της Εκκλησίας στο Γένος κατά την δραματική δεκαετία 40-50 έδειξε αυτόν τον ανεπανάληπτο δεσμό της με τον λαό μας: βρέθηκε πρώτη στην γραμμή του μετώπου και πολλοί ήσαν οι στρατιωτικοί ιερείς που έπεσαν στην Ήπειρο ενώ όλοι τους ενίσχυαν το φρόνημα του Στρατού μας: Ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος Φιλιππίδης υπήρξε όντως ο εθνικός ηγέτης εκείνης της εποχής, ιδιότητα που συνέχισε και λάμπρυνε η εκρηκτική προσωπικότητα του διαδόχου του Δαμασκηνού Παπανδρέου, ο οποίος έφθασε ως το αξίωμα του Αντιβασιλέως χειρισθείς και πολιτικά ζητήματα, ενόσω υπήρχε πολιτικό κενό. Κατά την διάρκεια της κατοχής η Εκκλησία οργάνωσε συσσίτια, περιέθαλψε ασθενείς και αναξιοπαθούντες με τον Εθνικό Οργανισμό Χριστιανικής Αλληλεγγύης (ΕΟΧΆ), ενίσχυσε την Αντίσταση κατά του κατακτητού. Τότε επινοήθησαν «η αγία μερίδα», «το πιάτο της μερίδας της αγάπης», «η λογία», «οι αχθοφόροι της αγάπης». Πρόσωπα λίαν αγαπητά στην γενιά μας σημάδευαν με την αυτοθυσία τους την εποχή και έδειξαν τι σημαίνει Εκκλησία για τον λαό μας: Αυγουστίνος Καντιώτης στην Κοζάνη, Λεωνίδας Παρασκευόπουλος στην Θεσσαλονίκη, ο Δεσπότης Ιωακείμ στον Βόλο, ο Γεννάδιος στην Θεσσαλονίκη, ο Παντελεήμων Φωστίνης στην Εύβοια, ο Σπυρίδων Βλάχος στα Ιωάννινα, ο Δεσπότης Σάμου και Ικαρίας Ειρηναίος, Παπαμιχαήλ, ο Κορινθίας Μιχαήλ Κωνσταντινίδης, ο αντιστασιακός του ΕΔΕΣ Σεραφείμ Τίκας, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών.
                   Και δεν είναι ολίγοι εκείνοι που θυσιάστηκαν κατά την αδελφοκτόνο σύρραξη της περιόδου 19461949 συνθέτοντας το Σύγχρονο Συναξάρι Ιερομαρτύρων και Εθνομαρτύρων κληρικών, μία πρώτη καταγραφή τους ανεβάζει στους 536.
                    Αυτή είναι εν ολίγοις η προσφορά του κλήρου μας στον λαό μας, είναι τα ματωμένα ράσα των αγώνων και του Γολγοθά, αλλά και το φως το ανέσπερον της παιδείας, του πολιτισμού και της παραδόσεως. Είναι η Εκκλησία της θυσίας και της Αναστάσεως, του πάθους και της λυτρώσεως η Εκκλησία των Αγίων κληρικών μας, ως λίγο παλαιότερον του αγίου Γρηγορίου Ε’ και σχεδόν στους καιρούς μας του αγίου Χρυσοστόμου Καλαφάτη, του Σμύρνης. Μη λησμονούμε ποτέ τον ποιητή που μ ένα στίχο του αφήνει παρακαταθήκη στον λαό μας: Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη.
(πηγή www.zoiforos.gr)